φιλωδός


φιλωδός
-όν, Α
αυτός που τού αρέσουν οι ωδές («ἀνὴρ φιλῳδός», Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)-* + -ῳδός (< ἀοιδός / ᾠδός), πρβλ. κιθαρ-ῳδός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φιλῳδός — song loving masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλῳδόν — φιλῳδός song loving masc/fem acc sg φιλῳδός song loving neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλῳδοί — φιλῳδός song loving masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλῳδοῦ — φιλῳδός song loving masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλῳδούς — φιλῳδός song loving masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλῳδῶν — φιλῳδός song loving masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλῳδῷ — φιλῳδός song loving masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλωδία — ἡ, Α [φιλῳδός] η αγάπη προς τις ωδές …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.